Ένα από τα σημαντικότερα μακροπρόθεσμα οφέλη του μητρικού γάλακτος και θηλασμού αποτελεί η συσχέτισή τους με μειωμένα ποσοστά παχυσαρκίας στη νεογνική και βρεφική ηλικία, αλλά και κατά την παιδική και ενήλικη ζωή, παρότι πολλοί παράγοντες μπορεί να καταστήσουν δύσκολη την εξαγωγή των αποτελεσμάτων των σχετικών μελετών.

Υπολογίζεται ότι τα θηλάζοντα βρέφη έχουν μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης παχυσαρκίας κατά 15-30%, ενώ κάθε επιπλέον μήνας θηλασμού σχετίζεται με 4% περαιτέρω μείωση του κινδύνου. Σύμφωνα με  Βρετανική μελέτη δημοσιευμένη το 2009, παιδιά που δεν θήλασαν καθόλου, σε ηλικία 4 ετών διαθέτουν 500 γραμμάρια σωματικού λίπους παραπάνω και 500 γραμμάρια μυϊκής μάζας λιγότερο από το φυσιολογικό. Σύμφωνα με στοιχεία από μελέτη στη Γερμανία, παιδιά που θήλασαν αποκλειστικά τουλάχιστον 3 μήνες είχαν 20% μικρότερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκα σε ηλικία 2 ετών, ενώ παιδιά που θήλασαν αποκλειστικά επί 6 μήνες, είχαν 60% μικρότερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκα και μετέπειτα. Τέλος, σύμφωνα με μία μελέτη στις ΗΠΑ το 2009 που αφορούσε αδέλφια εκ των οποίων το ένα θήλαζε και το άλλο όχι, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μια δεκαετία μετά λόγω του τρόπου διατροφής τον πρώτο χρόνο της ζωής τους.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου ενδέχεται να αποδίδεται σε τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά του μητρικού θηλασμού και γάλακτος:

  • Το βρέφος κατά τη διάρκεια του θηλασμού έχει ενεργητικό ρόλο στην πρόσληψη της τροφής. Η ροή της ποσότητας του γάλακτος από το μαστό καθορίζεται από το ίδιο το βρέφος, υπακούοντας στο αίσθημα της πείνας και του κορεσμού. Το βρέφος τρώει όσο επιθυμεί κάθε φορά και μαθαίνει από νωρίς να σταματάει όταν νιώσει χορτάτο. Αντίθετα, στη σίτιση με μπιμπερό, η μητέρα καθορίζει την ποσότητα του γάλακτος, οι κινήσεις που κάνει η στοματική κοιλότητα του βρέφος είναι παθητικές καταποτικές γιατί η ροή του μπιμπερό είναι καταναγκαστική, με αποτέλεσμα το βρέφος να μην καταλαβαίνει το αίσθημα του κορεσμού και να συνεχίζει να τρώει, παρουσιάζοντας αργότερα προδιάθεση για παχυσαρκία.
  • Έχει διαπιστωθεί ότι βρέφη που δεν θηλάζουν παρουσιάζουν μια σχετική ανεπάρκεια λεπτίνης, της ορμόνης που δημιουργεί το αίσθημα του κορεσμού, με αποτέλεσμα να ελέγχουν πιο δύσκολα την όρεξή τους και να τείνουν να καταναλώνουν μεγαλύτερη ποσότητα ξένου γάλακτος.
  • Μέσω του μητρικού γάλακτος το βρέφος έρχεται σε επαφή με γεύσεις και αρώματα μέσω της διατροφής της μητέρας και είναι πιο εύκολη η εισαγωγή μετέπειτα των στερεών τροφών , όπως τα φρούτα και τα λαχανικά.
  • Η επιλογή μιας μητέρας να θηλάσει συνήθως εντάσσεται σ΄ένα ευρύτερο πλαίσιο ισορροπημένης διατροφής και υγιεινού τρόπου ζωής για την ίδια και την οικογένειά της, επομένως μακροπρόθεσμα πιθανώς να την εφαρμόσει και στη διατροφή του παιδιού.

Μπέττυ Χαβέλα
IBCLC- Διεθνώς Πιστοποιημένη Σύμβουλος Γαλουχίας

Νοσηλεύτρια Π.Ε, Παιδιατρική Νοσηλευτική MSc,
Κιν : 6932298061
E-mail : bettychav@yahoo.gr
Μπέττυ Χαβέλα – IBCLC /Σύμβουλος Μητρικού Θηλασμού

Πηγή πρώτης δημοσίευσης

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.