Καληνύχτα Αλέξανδρε και όνειρα γλυκά….

Καληνύχτα Αλέξανδρε και όνειρα γλυκά….

Δεν θυμάμαι το όνομά της, όμως δεν έχει αλήθεια και τόσο σημασία. Ας της δώσουμε μαζί ένα όνομα… Να την πούμε Βάγια; Η Βάγια λοιπόν μεγάλωσε με αγάπη άλλα και πόνο. Αντιφατικό θα μου πείτε κι όμως γίνεται. Μη σας φαίνεται παράξενο… κάπως έτσι μεγαλώνουν πολλά παιδιά. Θα καταλάβετε γιατί…

Σαν η Βάγια έγινε σωστή γυναίκα, κουβαλώντας γλυκά όλα όσα είχε ζήσει βρήκε τον πρίγκηπα της. Έναν πρίγκηπα τόσο όμορφο, δυνατό. Και νόμιζε πως ο δικός της ο πρίγκηπας είναι ο πιο όμορφος από όλους! Περνούσαν τα χρόνια ευτυχισμενα και μαζι εφτιαξαν το παλάτι τους. Ένα παλατι φιαγμενο απο την αγαπη τους. Κανεις εχθρος δεν μπορουσε να τους απειλησει, τοσο καλα το ειχαν οχυρωσει . Ηρθε λοιπον η ευλογημενη στιγμη, εκεινη η στιγμη που κανει ευτυχισμενο καθε ζευγαρι. Εφεραν στον κοσμο το μωρακι τους. Το περιμεναν με τοση λαχταρα!

Πόσα όνειρα ειχε κανει η Βαγια γι αυτο το μωρο… Θα του διαβαζω… σκεφτοταν. . θα του γνωρισω τον κοσμο ολο. Θα του μαθω να τραγουδα μαζι μου… θα γινει ευγενικο σαν εμενα και ομορφο σαν τον πρίγκηπα μου.

…. Μα τι ειναι αυτό; Μόλις πηρε το μωρό στην αγκαλιά της έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της!

Το μωρό αντι για χερια ειχε φτερα! Τα εχασε η Βαγια…. Οπως ολες οι μανουλες ομως ετσι εκανε κι αυτη το αυτονοητο. Το πηρε αγκαλια, το φιλησε και εκρυψε τις φτερουγες του μεσα στο κουβερτακι. Κι ενα παραξενο πραγμα… το αγαπουσε τοσο πολυ αυτο το μωρο που σταματησε να βλεπει τα φτερα του. Αληθεια σας λεω, ειχε πεισει τον εαυτο της πως αυτα ηταν αληθινα χερια.

Και περνουσε ο καιρος και το μωρο μεγαλωνε κι εγινε ενα τοσο δα μικρο παιδακι. Ενα παιδακι που ετρεχε σαν σίφουνας, λιγο αδέξιο και πολυ πεισματαρικο. Εσπαγε οτι εβρισκε μπροστα του, εκλαιγε συνεχεια, δεν ηθελε ουτε τον μπαμπα του ουτε τη μαμα του. Δεν ηθελε κανεναν… δεν αντεχε να τον ακουμπανε, ουτε να τον κοιτάζουν. Αυτα ολα εκαναν τη Βάγια δυστυχισμένη. Κι ελεγε συνεχεια στον πριγκηπα της:

-Το παιδι μας μηπως ειναι αρρωστο; Γιατι δεν μας θελει… γιατι δεν μιλαει; Ουτε μια λεξη; Τι θα κανουμε; Τον αγαπω τοσο πολυ κι αυτος δεν με κοιταει! Θελω να του πω τοσα, αλλα ουτε να τον ακουμπησω δεν με αφηνει!

Πηραν λοιπον την αποφαση να πανε το παιδι στον πιο ισχυρο μαγο ολοκληρου του κοσμου. Του εδωσαν αμετρητα χρυσα νομισματα αλλα αυτος δεν ηξερε τι να τους πει. Μετα απο πολυ σκεψη ο μαγος βρηκε τη λυση… Το παιδι σας τους λεει δεν ειναι σαν τα αλλα παιδια, ειναι μαγεμενο. Γι αυτο δεν μπορει να μιλησει, γι αυτο κανει σαν τρελλο.

Τι περιεργο ομως, κανεις, μα κανεις, ουτε ο μαγος δεν προσεξε τις φτερουγες του! Ηταν γιατι ηταν κρυμμενες κατω απο την μπλουζα του, ηταν γιατι κανεις δεν ηθελε να τις δει;Ποιος ξερει… Ακολουθησαν λοιπον τις συμβουλες του. Πηραν ενα τεραστιο χρυσο κλουβι για να μη μπορει να τρεχει γρηγορα και χτυπαει. Του πηραν πενες, χαρτια, χρωματα, ξυλινα γραμματα και αριθμους κι ενα γιατροσοφι φτιαγμενο με σοφια απο τον καλυτερο φαρμακοποιο της χωρας…

– Θα του δίνετε το γιατρικό και θα του κάνετε πολλα πολλα μαθηματα και ισως με το χρονο μαθει να μιλαει, να γράφει, να ζωγραφιζει…. .

– Ναι αλλα θα μαθει να με αγαπα; ρωτα η Βαγια.

Τι να πει ο καημένος ο μάγος; Μάγος ήταν όχι Θεός!

Κι ηταν ολα ματαια, ο καιρός περνούσε και το παιδι χειροτερο γινοταν καλυτερο οχι. Και η Βαγια μαραζωνε κι ο πριγκηπας δεν μπορουσε να τη βοηθησει, ουτε αυτην ουτε το παιδι τους. Έφερνε μαγους απο ολο τον κοσμο σοφούς και διαβασμένους. Κι οσο ακουμπουσαν το παιδι τοσο εκεινο εξαγριωνοταν. Και ουτε λεξη… δεν ειχε πει ουτε μια λεξουλα τοσο δα μικρη.

Το παιδι ομως μιλουσε, μιλουσε στη δικη του γλωσσα. Δεν έφταιγε εκείνο που δεν εβλεπαν τα φτερα του. . Ετσι γεννηθηκε… μισος ανθρωπος μισος πουλι. Δεν ειχε μονο τα φτερα του πουλιου, ειχε και τη φωνη του, τη σκεψη του. Σαν τον αετο που πετα στον ουρανο ελεύθερος, χωρις συντροφια. Και τους μιλουσε, τους φωναζε…

-Οι φτερούγες μου δεν μπορουν να πιασουν πενες, χαρτια, εγω δεν εχω χερια! Αφηστε με να πεταξω… σας αγαπω αλλα δεν θελω να με αγγιζετε, με πονατε! Θελω να πεταξω… αυτο ξερω να κανω γι αυτο εχω γεννηθει! Γιατι με φυλακίσατε; Πάρτε τα γιατρικά σας με κάνουν να νυστάζω, δεν βλέπω καθαρά!

Κανεις ομως δεν τον ακουγε… ακομη και η Βαγια που τον αγαπουσε πιο πολυ κι απο τη ζωη της…

-Ε λοιπόν το σκέφτηκα είπε το παιδί. Θα τους κάνω να δουν τα φτερά μου! Θέλουν δεν θέλουν!

Κι αρχισε να τα κουναει πανω κατω… καθε μερα και πιο πολυ. Ετσι κι εγινε λοιπον, ακριβως οπως το ειχε σκεφτει. Η Βαγια καποια στιγμη κουραστηκε να ειναι θλιμμενη και μεσα της σαν να ξυπνησε μια σοφια. Ξαφνικα ειδε τα φτερα του παιδιου της κι ανοιξε το κλουβι να δει τι θα κανει! Και ηταν μαγικό! Αυτό άρχισε να πεταει απο πανω της, να κανει κυκλους, ακροβατικα και ηταν ευτυχισμενο! Και μπορει να μην καταλαβαινε τα λογια του καταλαβαινε ομως τι ελεγε η καρδια του! Και ηταν κι εκεινη ευτυχισμενη! Για πρωτη φορα το ενιωθε κοντα της κι ας ηταν μακρια! Το παιδι νιώθοντας την πραγματικη αγαπη της μανας του, αρχισε να την πλησιαζει.

Καθε μερα και περισσότερο, μεχρι που της χαρισε την αγκαλια του μεσα απο τις ομορφες φτερουγες του. Έμαθε να τραγουδαει τα τραγουδια της. Εμαθε να ζωγραφιζει, να λεει μικρες λεξουλες… στην αρχη δειλα και μετά ολο και καλυτερα! Γιατι η αγαπη κανει τα μεγαλυτερα θαυματα. Το αγαπουσε πια γι αυτο που ήταν και το αφησε ελευθερο να ειναι οπως ακριβώς το γεννησε.

Γιατί αγάπησε τα φτερά του όσο την αγαπούσε αυτό. Και ναι… ήταν πια ευτυχισμένο!

της Μαρίας Παπαδοπούλου
Πολλές σκέψεις, κείμενα και αποσπάσματα απο παραμύθια θα βρείτε και στο blog της Μαρίας: www.tismamastaparamithia.blogspot.gr

 

Σκέψεις